8/9/08

Η εκπομπή της Τετάρτης: Τα πειράματα του CERN

Το μεγαλύτερο πείραμα που έγινε ποτέ στη φυσική, ο Μεγάλος Επιταχυντής Αδρονίων (LHC) θα προσoμοιώσει τις συνθήκες που επικράτεισαν λίγο μετά το Big Bag σε μια προσπάθεια να δοθούν απαντήσεις σε θεμελιώδη ερωτήματα της επιστήμης.Η προετοιμασία του πειράματος διαρκεί εδώ και χρόνια. Η πρώτη δοκιμαστική δέσμη πρωτονίων θα διοχετευθεί την Τετάρτη. Ο επιταχυντής θα τίθεται σταδιακά σε λειτουργία. Πλήρης λειτουργία του θα επιτευχθεί το 2011, ενώ τα πειράματα θα κρατήσουν περί τα είκοσι χρόνια.
Τα κύρια πειράματα είναι τέσσερα: Η επιβεβαίωση ή μη της ύπαρξης του σωματιδίου Higgs, του σωματιδίου που δίνει μάζα στα άλλα σωματίδια, την ύπαρξη του οποίου εντόπισε θεωρητικά ο σκωτσέζος φυσικός Higgs, η διαμόρφωση συνθηκών παρόμοιων με ελάχιστο χρόνο μετά το Big Bag, η αναζήτηση σκοτεινής ύλης και η αναζήτηση αντιύλης.
Τα παραπάνω θα αναζητηθούν με τη βοήθεια ανιχνευτών εγκατεστημένων σε τέσσερα σημεία του κυκλικού επιταχυντή μήκους 27 χιλιομέτρων.
Αναλυτικότερα τα πειράματα και οι ανιχνευτές που θα χρησιμοποιηθούν στο LHC είναι:

Ο ανιχνευτής CMS- Compact Muon Solenoid

O CMS και ο Atlas είναι οι κύριοι ανιχνευτές του LHC που θα αναζητήσουν το μποζόνιο Higgs. Το σωματίδιο αυτό, μέσω του μηχανισμού Higgs αλληλεπιδρά με τα υπόλοιπα σωματίδια που γνωρίζουμε στο Καθιερωμένο Μοντέλοl και είναι υπεύθυνο για τη μάζα του.
Θα διερευνήσει την πρωταρχική φύση της ύλης και τις βασικές δυνάμεις που διαμορφώνουν το σύμπαν μας. Παρόλο που έχει τους ίδιους επιστημονικούς στόχους με τον ανιχνευτή Atlas, ο CMS θα χρησιμοποιήσει διαφορετικές τεχνικές λύσεις και ενα διαφορετικό σχεδιασμό στην παραγωγή του μαγνητικού του πεδίου. Ο ανιχνευτής CMS είναι κατασκευασμένος γύρω από έναν τεράστιο σωληνοειδή μαγνήτη. Πρόκειται για μια κυλινδρική σπείρα από υπεραγώγιμο καλώδιο, που παράγει ισχυρό μαγνητικό πεδίο, περίπου 100 χιλιάδες φορές ισχυρότερο από το μαγνητικό πεδίο της γης. Αυτό το μαγνητικό πεδίο περιβάλλεται από ένα είδος σιδερένιου ζυγού, ο οποίος στους 12.500 τόνους, αποτελεί τον κύριο όγκο του βάρους του CMS.
Σε αντίθεση με τους άλλους ανιχνευτές του LHC, οι οποίοι έχουν κατασκευαστεί υπόγεια, ο CMS κατασκευάστηκε στην επιφάνεια του εδάφους και έπειτα μεταφέρθηκε υπογείως σε 15 κομμάτια και επανασυναρμολογήθηκε. Βρίσκεται στο Cessy στη Γαλλία και για την υλοποίηση του project εργάστηκαν περισσότεροι από 2.000 επιστήμονες από περίπου 40 χώρες.
Απαραίτητη προυπόθεση για τη λειτουργία του CMS ήταν:
-ένα σύστημα υψηλής απόδοσης για να ανιχνεύσει μυόνια.
-μια μέθοδο υψηλής ανάλυσης για να ανιχνεύσει και να μετρήσει ηλεκτρόνια και φωτόνια (ηλεκτρομαγνητικό καλορίμετρο).
-μια μέθοδο ακριβούς μέτρησης της ορμής των σωματιδίων (TRACKING SYSTEM)
- ¨ενα πλήρως στεγανοποιημένο αδρονικό καλορίμετρο προκειμένου να αποκλείσει τις αλληλεπιδράσεις με σωματίδια του περιβάλλοντος.

Στοιχεία για τον CMS
Μέγεθος: 21 m. Μήκος, 15 m ύψος, 15 m πλάτος
Βάρος: 12.500 τόνοι
Κόστος υλικών: 458 εκ. δολάρια


Ο Atlas και η αναζήτηση της σκοτεινής ύλης


Είναι ένα από τα τέσσερα βασικά πειράματα του LHC. Ο Atlas θα αναζητήσει νέα φυσική στις συγκρούσεις πρωτονίων, τα οποία επιταχύνονται σε φανταστικές ενέργειες.
Ο ανιχνευτής Atlas έχει μήκος περίπου 45 μέτρα, ύψος μεγαλύτερο από 25 μ., και βάρος περίπου 7 χιλιάδες τόνους. Έχει περίπου το μισό μέγεθος από την Παναγία των Παρισίων και ζυγίζει σχεδόν όσο και ο Πύργος του Άιφελ. Βρίσκεται στο Meyrin της Ελβετίας και θα αναζητήσει επίσης τις επιπλέον διαστάσεις του διαστήματος, μικροσκοπικές μαύρες τρύπες, καθώς και αποδείξεις για την σκοτεινή ύλη.
Αν όλα τα στοιχεία που θα δώσει ο Atlas καταγράφονταν, για ένα μόλις δευτερόλεπτο θα χρειάζονταν στοίβες από CD, καθεμιά εκ των οποίων θα έφτανε τα 137 μέτρα!
Το βασικό στοιχείο του ανιχνευτή Atlas είναι το τεράτιο, σε σχήμα ντόνατ, μαγνητικό του σύστημα. Αποτελείται από οκτώ υπεραγωγίμες μαγνητικές σπείρες, μήκους 25 μέτρων, οι οποίες είναι τοποθετημένες σε έναν κύλινδρο ο οποιός περιβάλλειι τον επιταχυντή στο σημείο όπου θα συγκρουονται τα σωματίδια.

Περισσότεροι από 1700 επιστήμονες, από 159 ινστιτούτα σε 37 χώρες εργάστηκαν για το πείραμα. Οι ερωτήσεις που ελπίζουν να απαντήσουν αφορούν την ύπαρξη επιπλέον διαστάσεων, η εύρεση του σωματιδίου Higgs και η ανακάλυψη σωματιδίων υποψήφια για τη σκοτεινή ύλη.



Στοιχεία για τον ATLAS

Μέγεθος: 46m μήκος, 15m ύψος, 15m πλάτος
Βάρος: 12,500 τόνοι
Κόστος υλικών: 457 εκατομμύρια δολάρια



ALICE (Α Large Ion Collider Experiment): οι στιγμές μετά το Big Bang

Ενώ οι υπόλοιποι ανιχνευτές του LHC θα βασιστούν στη σύγκρουση δεσμών πρωτόνιων, o Alice βασίζεται στη σύγκρουση ηλεκτρικά φορτισμένων πυρήνων μολύβδου .Οι επιστήμονες ελπίζουν ότι θα επαναδημιουργήσουν την κατάσταση της ύλης που ονομάζεται quark-gluon πλάσμα, μια τέταρτη κατάσταση της ύλης η οποία επικράτησε αμέσως μετά το Big Bang.
Η ύλη ήταν σε αυτή την «υγρή» μορφή, επειδή το πρώιμο σύμπαν ήταν ακόμη εξαιρετικά θερμό. Ο ανιχνευτής Alice θα χρησιμοποιηθεί για να μελετήσει το quark-gluon πλάσμα στις φάσεις της διαστολής και της ψύξης. Με αυτό τον τρόπο θα παρατηρήσουν πώς προοδευτικά γεννιούνται τα σωματίδια, τα οποία αποτελούν τη βάση της ύλης του σύμπαντος σήμερα.
Κάθε άτομο περιέχει ένα πυρήνα, το οποίο αποτελείται από πρωτόνια και νετρόνια. Τα πρωτόνια και τα νετρόνια με τη σειρά τους αποτελούνται από quarks, τα οποία συνδέονται μεταξύ τους μέσω άλλων στοιχείων, τα οποία ονομάζονται γλουόνια.
Οι συγκρούσεις των ιόντων μολύβδου στον LHC θα προκαλέσει θερμοκρασίες υψηλότερες κατά 100 χιλιάδες φορές από αυτές που επικρατούν στο κέντρο του ήλιου. Κάτω από αυτές τις συνθήκες οι επιστήμονες ελπίζουν ότι τα πρωτόνια και τα νετρόνια θα «λιώσουν», αποδεσμεύοντας τα quark από τα γλουόνια και θα δημιουργήσουν την επιθυμητή κατάσταση του πλάσματος.
Τα ερωτήματα που οι επιστήμονες ελπίζουν να απαντήσουν είναι¨

- Τι συμβαίνει στην ύλη όταν θερμανθεί σε θερμοκρασία υψηλότερη κατά 100.000 φορές από αυτή στο κέντρο του ήλιου,

- Γιατί τα πρωτόνια και τα νετρόνια σιγήζουν 100 φορές περισσότερο σε σχέση με τα quark από τα οποία αποτελούνται.

-Μπορούν τα quark να υπάρξουν ελεύθερα στο εσωτερικό των πρωτονίων και των νετρονίων.
Ο μήκους 26 μέτρων και βάρους 10 χιλιάδων τόνων ανιχνευτής βρίσκεται στο St Gennis- Pouilly στη Γαλλία.
Στοιχεία για τον ALICE

Μέγεθος: 26m μέτρα, 16m ύψος, 16m πλάτος
Βάρος: 10,000 τόνοι
Κόστος υλικών: 104 εκ. δολάρια
LHCb, η αναζήτηση της αντιύλης


Ο ανιχνευτής LHC Beauty σχεδιάστηκε για να απαντήσει σε ένα συγκεκριμένο ερώτημα: πού πήγε όλη η αντι-ύλη;
Ίσες ποσότητες ύλης και της αντίστροφης αντι-ύλης δημιουργήθηκαν από το Big Bang, αλλά σήμερα δεν έχουμε καμία απόδειξη για γαλαξίες αντι-ύλης, για παράδειγμα, ή αστέρια.
Για να το πετύχει αυτό ο LHCb θα διερευνήσει τις μικρές διαφορές ανάμεσα στην ύλη και την αντι-ύλη, μελετώντας τον τύπο ενός σωματιδίου που ονομάζεται “beauty quark”.
Αντί να περιβάλει το σύνολο του σημείου σύγκρουσης με έναν ενσωματωμένο ανιχνευτή, όπως ο Atlas και ο CMS, το πείραμα LHCb χρησιμποιεί μια σειρά από υπο-ανιχνευτές. Ο πρώτος από αυτούς βρίσκεται κοντά στο σημείο σύγκρουσης, ενώ οι υπόλοιποι είναι κολλημένοι ο ένας, πίσω από τον άλλον σε απόσταση 20 μέτρων.
Ο επιταχυντής θα παραγάγει διαφορετικούς τύπους quark όταν τα σωματίδια συγκρουστούν. Για να «πιάσει» τα beauty quarks ο LHCb έχει αναπτύξει περίπλοκους κινούμενους ανιχνευτές κοντά στο σημείο που θα κινούνται οι δέσμες σωματιδίων μέσα στον επιταχυντή.
Στοιχεία για τον LHCb

Μέγεθος: 440m μήκος, 5m ύψος, 5m πλάτος
Βάρος: 20 τόνοι
Κόστος υλικών: 6 εκατομμύρια δολάρια


Το τούνελ

Η βασική δομή του LHC είναι ένας δακτύλιος περιφέρειας 27 μέτων από υπεραγώγιμους μαγνήτες.
Βασική του δουλειά είναι να πολλαπλασιάσει την ενέργεια των σωματιδίων, τα οποία θα συγκρουστούν στους διάφορους ανιχνευτές που βρίσκονται γύρω από τον δακτύλιο. Μέσα στο τούνελ υπάρχουν δύο χωριστοί κενοί σωλήνες, οι οποίοι καναλιζάρουν τα σωματίδια σε ταχύτητα που σχεδόν φτάνει την ταχύτητα του φωτός. Αυτές οι δέσμες σωματιδίων ταξιδεύουν σε αντίθετες κατευθύνσεις.
Τα σωματίδια οδηγούνται γύρω από τον δακτύλιο από ένα ισχυρό μαγνητικό πεδίο. Χιλιάδες μαγνήτες διαφορετικού μεγέθους και τύπου χρησιμοποιούνται για να κατευθύνουν τις δέσμες γύρω από τον επιταχυντή. Σε αυτούς περιλαμβάνονται περισσότεροι από 1200 διπολικοί μαγνήτες, καθένας εκ των οποίων είναι μήκους 15 μέτρων και χρησιμοποιούνται για για να δίνουν στις δέσμες την
απαραίτητη καμπυλότητα. Περίπου 400 τετραπολικοί μαγνήτες, καθένας μήκους 5 και 7 μέτρων, χρησιμοποιούνται για να συγκεντρωθούν τα σωματίδια.
Ένας τρίτος τύπος μαγνήτη χρησιμοποιείται για να πιεστούν τα σωματίδια πιο κοντά μεταξύ τους και να αυξηθούν οι πιθανότητες σύγκρουσης. Πολλοί από αυτούς τους μαγνήτες είναι κατασκευασμένοι από σπείρες υπεραγώγιμου ηλεκτρικού καλωδίου, το οποίο διοχετεύει ηλεκτρισμό με μικρή αντίσταση και επομένως με μικρή απώλεια ενέργειας.
Για να επιτευχθεί αυτό το αποτέλεσμα τα καλώδια ψύχονται πολύ κοντά στο απόλυτο μηδέν (-273 C), με τη χρήση υγρού ηλίου. Αυτό διοχετεύεται μέσα σε ένα σφραγισμένο δίκτυο μέσα στον επιταχυντή σε έξι “cryoplants”, τα οποία βρίσκονται γύρω από τον δακτύλιο. Όλα αυτά καταγράφονται και διευθύνονται από ένα κέντρο ελέγχου. Εδώ, οι επιστήμονες θα ανακατέψουν τις δέσμες σωματιδίων προκειμένου να διασφαλίσουν ότι θα προκύψουν συγκρούσeυς στους ανιχνευτές που βρίσκονται γύρω από το κύκλωμα.


Το Grid
Το LHC θα παραγάγει τεράστια ποσότητα δεδομένων με περίπου 150 εκατομμύρια αισθητήρες να συλλέγουν την πληροφορία από τα εκατομμύρια των συγκρούσεων των σωματιδίων κάθε δευτερόλεπτο στο κέντρο του καθενός από τους τέσσερις βασικούς ανιχνευτές.
Για παράδειγμα μόνο κατά τις μετρήσεις του πείραματος ALICE –οι οποίες δε θα γίνονται σε καθημερινή βάση- θα παράγεται 1 gigabyte δεδομένων κάθε δευτερόλεπτο, ή περίπου 15 petabytes κάθε χρόνο, ικανό να γεμίζει έναν κοινό σκληρό δίσκο των 100 GB κάθε τέσσερα λεπτά. Για να αντιμετωπιστεί αυτό, δημιουργήθηκε ένα εξειδικευμένο πληροφοριακό σύστημα, το Grid (LCG)
Η επεξεργασία των αριθμών ξεκινά από τον ανιχνευτή. Καθένα απο τα τέσσερα βασικά πειράματα έχει ενσωματωμένο έναν «υπολογιστικό χώρο», που χρησιμοποιείται για να ταξινομήσει τα ακατέργαστα δεδομένα και να αποθηκεύσει ό,τι ενδιαφέρει.
Παρτίδες δεδομένων στέλνονται έπειτα στο υπολογιστικό κέντρο του CERN όπου δημιουργείται backup σε κασέτα. Ένας επεξεργαστής «φάρμας» αρχίζει το τεράστιο έργο της επεξεργασίας των δεδομένων για τη δημιουργία μιας περίληψης γεγονότων (event summary), της οποίας επίσης γίνεται backup σε κασέτα.
Από την Ελβετία τα δεδομένα διοχετεύονται στο δίκτυο σε 11 αποκαλούμενα «tier one» κέντρα, όπως αυτό του Rutherford Appleton Laboratory στη Βρετανία, καθένα εκ των οποίων συνδέεται με το CERN μέσω ειδικής καλωδίωσης. Κάθε κέντρο επανεπεξεργάζεται τα ωμά δεδομένα, δημιουργεί ένα ακόμη backup και έπειτα τα διοχετεύει στα 150 «tier two» κέντρα, κυρίως πανεπιστήμια σε διάφορα σημεία του πλανήτη. Από εκεί, η πληροφορία θα είναι διαθέσιμη σε περίπου 7000 φυσικούς, οι οποίοι θα πραγματοποιήσουν τις τελικές εξομοιώσεις και την εμπεριστατωμένη ανάλυση.
Άλλα πειράματα

Στο LHC είναι προγραμματισμένο να τρέξουν συνολικά έξι πειράματα. Τα τέσσερα τα έχουμε, ήδη περιγράψει παραπάνω ενώ τα δύο μικρότερα είναι το Totem και το LHCf.
Αυτά τα εξειδικευμένα μηχανήματα έχουν σχεδιαστεί για να επικεντρωθούν στα ονομαζόμενα «forward particles». Αυτά τα πρωτόνια και βαρέα ιόντα θα έρθουν σε στενή επαφή μέσα στο μηχάνημα, αλλά δεν θα συγκρουστούν μετωπικά, όπως στα κύρια πειράματα.
Το LHCf βρίσκεται κοντά στον ανιχνευτή Atlas και θα χρησιμοποιηθεί για να εξομοιώσει τις κοσμικές ακτίνες. Αυτές είναι φυσικά προκύπτοντα φορτισμένα σωματίδια εκτός διαστήματος, τα οποία βομβαρδίζουν την ανώτερη ατμόσφαιρα της γης.
Όταν συγκρούονται με άλλα μόρια στην ανώτερη ατμόσφαιρα, κυρίως με οξυγόνο ή άζωτο, μπορούν να προκαλέσουν έναν κατακλυσμό σωματιδίων (particle shower).
Οι επιστήμονες ενδιαφέρονται για τις κοσμικές ακτίνες καθώς αυτές μπορούν να επηεράσουν την ηλεκτρονική και μπορούν επίσης να παίξουν ένα ρόλο στην κλιματική αλλαγή και τις ηλεκτρικές καταιγίδες. Ελπίζεται ότι με τη μελέτη τους μέσα στον LHC οι επιστήμονες θα μπορέσουν να καλιμπράρουν τους επίγειους ανιχνευτές και να ερμηνεύσουν καλύτερα τα αποτελέσματα που παίρνουν από αυτούς.
Παρόλο που το LHCf αποτελεί ένα χωριστό πείραμα θα είναι ευθυγραμμισμένο με τον Atlas, εξού και η θέση του.
Ομοίως και ο Totem ( Total Cross Section, Elastic Scattering and Diffraction Dissociation) είναι ευθυγραμμισμένος με τον ανιχνευτή CMS και θα μετρήσει το μέγεθος των πρωτονίων και το πώς θα σκορπιστούν, μεταξύ άλλων πραγμάτων. Για να γίνει αυτό θα μετρήσει τα σωματίδια που παράγονται πολύ κοντά στις βασικές δέσμες σωματιδίων, χρησιμοποιώντας ειδικά σχεδιασμένους ανιχνευτές που στεγάζονται σε κενούς χώρους, γνωστούς ως roman pots. Οκτώ από αυτούς θα τοποθετηθούν σε ζεύγη κοντά στο σημείο της σύγκρουσης στο πείραμα του CMS.

6/9/08

Πως είδατε το portal μας;

Στη διεύθυνση: www.anixneuseis.gr βρίσκεται το portal των "Ανιχνεύσεων".
Ρίξτε του μια ματιά και αν έχετε την καλοσύνη σχολιάστε το.
Το κείμενο του κ. Μανιτάκη που αναρτήσαμε είναι εκπληκτικό. Νομίζω πως θα ήταν καλό να το διαβάσετε.
Αν μπορείτε απαντήστε και σε μια απορία μου. Γιατί δεν προτιμά ο κόσμος το portal για συζήτηση;

Π.Σαβ.

Το πείραμα του CERN

Υπάρχει η γενική εκτίμηση πως οι χρήστες των σύγχρονων τεχνολογιών δεν είναι συντηρητικοί και αναζητούν αενάως κάτι καινούριο.
Έτσι, δημιουργήσαμε και μεις ένα portal στη διεύθυνση www. anixneuseis.gr.
Εκεί αναρτούμε και το θέμα της επόμενης εκπομπής αλλά και άλλα θέματα που νομίζουμε πως το υποστηρίζουν ή παρουσιάζουν το δικό τους ενδιαφέρον.
Αν, όμως, κάποιοι συνάδελφοι bloggers δεν θέλουν να αποχωρισθούν τον αγαπημένο τους τρόπο επικοινωνίας, θα έχουμε παράλληλα και εδω αναρτημένο το θέμα για συζήτηση.
Τα πειράματα που θα γίνουν στο CERN αρχής γενομένης με τη δοκιμαστική δέσμη που θα αποσταλεί την Τετάρτη, θα είναι το θέμα της επόμενης εκπομπής.
Περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε στο portal μας στη διεύθυνση που προανέφερα.

Π.Σαβ.

3/9/08

NEO PORTAL ΤΩΝ ΑΝΙΧΝΕΥΣΕΩΝ

www.anixneuseis.gr

Στην προσπάθεια να βελτιώσουμε περισσότερο την αλληλεπίδραση μαζί σας δημιουργήσαμε ένα portal, όπου εν καιρώ θα φιλοξενηθούν και οι εκπομπές, όπως και ενδιαφέροντα άρθρα που σχετίζονται με τα θέματα με τα οποία καταπιάνεται η εκπομπή.

Απόψε λοιπόν εγκαινιάζουμε την επικοινωνία μέσα από το νέο μας portal, στη διεύθυνση www.anixneuseis.gr στο οποίο μπορείτε επίσης να αποστέλλετε τα σχόλια και τις ερωτήσεις σας.

30/8/08

Θεσσαλονικη, μητρόπολη των Βαλκανίων ή....;

Η πρώτη εκπομπή της νέας τηλεοπτικής σεζόν θα είναι αφιερωμένη στη Θεσσαλονίκη.Θα προσπαθήσουμε να προσδιορίσουμε το ρόλο που μπορεί να παίξει η πόλη όχι μόνο στο πλαίσιο της ελληνικής περιφέρειας, αλλά και στα Βαλκάνια και την Ευρώπη.

Ακούμε εδώ και χρόνια μεγαλοστομίες για τη Θεσσαλονίκη Μητρόπολη των Βαλκανίων. Πήγαμε και σε άλλες βαλκανικές πρωτεύουσες. Ακούσαμε τι θέλουν και τι οραματίζονται κι εκεί φορείς και κόσμος για τις πόλεις τους. Ποιος ο ρόλος που μπορεί να παίξει μια βαλκανική μητρόπολη στην περιοχή, αλλά και την Ευρώπη; Έχει αλήθεια νόημα να μιλάμε για βαλκανικές μητροπόλεις, όταν όλοι μιλούν για Ευρώπη και ευρωπαϊκή προοπτική;

Από την άλλη μας έχουν κουράσει και οι κοινοτοπίες για τη Θεσσαλονίκη...νύφη του Θερμαϊκού, ερωτική πόλη κλπ κλπ. Αντικατοπτρίζουν αλήθεια την πραγματικότητα; Ή μήπως κάποιοι άλλοι χαρακτηρισμοί που προσάπτονται στην πόλη και τους κατοίκους της, προσφάτως ακόμη περισσότερο, περί συντηρητισμού, λαϊκότητας κλπ κλπ έχουν μεγαλύτερη βάση;

Ποια είναι η σύγχρονη πόλη του 21ου αιώνα και ποιες ανάγκες του πολίτη και της κοινωνίας μπορεί και πρέπει να καλύπτει; Πώς θέλουμε την Θεσσαλονίκη του 21ου αιώνα;

Τέλος θέτουμε ένα ακόμη ζήτημα. Διεθνής Έκθεση της Θεσσαλονίκης, κι αυτή σε πορεία φθίνουσα. Μεγάλη η συζήτηση και για τη μετεγκατάστασή της έξω από τον αστικό ιστό. Διαβάζουμε ενδιαφέροντα επιχειρήματα στο λινκ:

http://ttallou.wordpress.com/2007/05/11/shit_in_de8/

Γράψτε μας τις απόψεις σας, θα προσπαθήσουμε να παρουσιάσουμε όσο το δυνατό περισσότερες κατά τη διάρκεια της εκπομπής.

14/8/08

Οσετία-Γεωργία-Ρωσία

Έχει δίκαιο ο anetos. Ξεχάσαμε χθες να ανοίξουμε τόπο για την εκπομπή με τον πόλεμο στον Καύκασο.
Η εκπομπή μεταδόθηκε εκτάκτως και όπως επισήμανε ο anetos ίσως πράγματι είμασταν υπο την χαλαρωτική επήρεια των διακοπών.
Υπάρχει μια πληθώρα σημαντικών διεθνών αναλύσεων σχετικά με το θέμα αλλά στο βασικό ερώτημα γιατί οι αμερικανοί ενεθάρυναν το γεωργιανό πρόεδρο να αρχίσει επιχειρήσεις και μετά τον εγκατέλειψαν, οι απαντήσεις βασίζονται σε υποθέσεις.
Αναρτούμε στο σημείο αυτό μια ενδιαφέρουσα ανάλυση του statfor. Αξίζει τον κόπο να τη διαβάσετε και γράψτε την άποψή σας.


The Russian invasion of Georgia has not changed the balance of power in Eurasia. It simply announced that the balance of power had already shifted. The United States has been absorbed in its wars in Iraq and Afghanistan, as well as potential conflict with Iran and a destabilizing situation in Pakistan. It has no strategic ground forces in reserve and is in no position to intervene on the Russian periphery. This, as we have argued, has opened a window of opportunity for the Russians to reassert their influence in the former Soviet sphere . Moscow did not have to concern itself with the potential response of the United States or Europe; hence, the invasion did not shift the balance of power. The balance of power had already shifted, and it was up to the Russians when to make this public. They did that Aug. 8.
Let’s begin simply by reviewing the last few days.
On the night of Thursday, Aug. 7, forces of the Republic of Georgia drove across the border of South Ossetia, a secessionist region of Georgia that has functioned as an independent entity since the fall of the Soviet Union. The forces drove on to the capital, Tskhinvali, which is close to the border. Georgian forces got bogged down while trying to take the city. In spite of heavy fighting, they never fully secured the city, nor the rest of South Ossetia.
On the morning of Aug. 8, Russian forces entered South Ossetia, using armored and motorized infantry forces along with air power. South Ossetia was informally aligned with Russia, and Russia acted to prevent the region’s absorption by Georgia. Given the speed with which the Russians responded — within hours of the Georgian attack — the Russians were expecting the Georgian attack and were themselves at their jumping-off points. The counterattack was carefully planned and competently executed, and over the next 48 hours, the Russians succeeded in defeating the main Georgian force and forcing a retreat. By Sunday, Aug. 10, the Russians had consolidated their position in South Ossetia.

(click image to enlarge)

On Monday, the Russians extended their offensive into Georgia proper, attacking on two axes. One was south from South Ossetia to the Georgian city of Gori. The other drive was from Abkhazia, another secessionist region of Georgia aligned with the Russians. This drive was designed to cut the road between the Georgian capital of Tbilisi and its ports. By this point, the Russians had bombed the military airfields at Marneuli and Vaziani and appeared to have disabled radars at the international airport in Tbilisi. These moves brought Russian forces to within 40 miles of the Georgian capital, while making outside reinforcement and resupply of Georgian forces extremely difficult should anyone wish to undertake it.
The Mystery Behind the Georgian Invasion
In this simple chronicle, there is something quite mysterious: Why did the Georgians choose to invade South Ossetia on Thursday night? There had been a great deal of shelling by the South Ossetians of Georgian villages for the previous three nights, but while possibly more intense than usual, artillery exchanges were routine. The Georgians might not have fought well, but they committed fairly substantial forces that must have taken at the very least several days to deploy and supply. Georgia’s move was deliberate.
The United States is Georgia’s closest ally. It maintained about 130 military advisers in Georgia, along with civilian advisers, contractors involved in all aspects of the Georgian government and people doing business in Georgia. It is inconceivable that the Americans were unaware of Georgia’s mobilization and intentions. It is also inconceivable that the Americans were unaware that the Russians had deployed substantial forces on the South Ossetian frontier. U.S. technical intelligence, from satellite imagery and signals intelligence to unmanned aerial vehicles, could not miss the fact that thousands of Russian troops were moving to forward positions. The Russians clearly knew the Georgians were ready to move. How could the United States not be aware of the Russians? Indeed, given the posture of Russian troops, how could intelligence analysts have missed the possibility that t he Russians had laid a trap, hoping for a Georgian invasion to justify its own counterattack?
It is very difficult to imagine that the Georgians launched their attack against U.S. wishes. The Georgians rely on the United States, and they were in no position to defy it. This leaves two possibilities. The first is a massive breakdown in intelligence, in which the United States either was unaware of the existence of Russian forces, or knew of the Russian forces but — along with the Georgians — miscalculated Russia’s intentions. The United States, along with other countries, has viewed Russia through the prism of the 1990s, when the Russian military was in shambles and the Russian government was paralyzed. The United States has not seen Russia make a decisive military move beyond its borders since the Afghan war of the 1970s-1980s. The Russians had systematically avoided such moves for years. The United States had assumed that the Russians would not risk the consequences of an invasion.
If this was the case, then it points to the central reality of this situation: The Russians had changed dramatically, along with the balance of power in the region. They welcomed the opportunity to drive home the new reality, which was that they could invade Georgia and the United States and Europe could not respond. As for risk, they did not view the invasion as risky. Militarily, there was no counter. Economically, Russia is an energy exporter doing quite well — indeed, the Europeans need Russian energy even more than the Russians need to sell it to them. Politically, as we shall see, the Americans needed the Russians more than the Russians needed the Americans. Moscow’s calculus was that this was the moment to strike. The Russians had been building up to it for months, as we have discussed, and they struck.
The Western Encirclement of Russia
To understand Russian thinking, we need to look at two events. The first is the Orange Revolution in Ukraine. From the U.S. and European point of view, the Orange Revolution represented a triumph of democracy and Western influence. From the Russian point of view, as Moscow made clear, the Orange Revolution was a CIA-funded intrusion into the internal affairs of Ukraine, designed to draw Ukraine into NATO and add to the encirclement of Russia. U.S. Presidents George H.W. Bush and Bill Clinton had promised the Russians that NATO would not expand into the former Soviet Union empire.
That promise had already been broken in 1998 by NATO’s expansion to Poland, Hungary and the Czech Republic — and again in the 2004 expansion, which absorbed not only the rest of the former Soviet satellites in what is now Central Europe, but also the three Baltic states, which had been components of the Soviet Union.
The Russians had tolerated all that, but the discussion of including Ukraine in NATO represented a fundamental threat to Russia’s national security. It would have rendered Russia indefensible and threatened to destabilize the Russian Federation itself. When the United States went so far as to suggest that Georgia be included as well, bringing NATO deeper into the Caucasus, the Russian conclusion — publicly stated — was that the United States in particular intended to encircle and break Russia.
The second and lesser event was the decision by Europe and the United States to back Kosovo’s separation from Serbia. The Russians were friendly with Serbia, but the deeper issue for Russia was this: The principle of Europe since World War II was that, to prevent conflict, national borders would not be changed. If that principle were violated in Kosovo, other border shifts — including demands by various regions for independence from Russia — might follow. The Russians publicly and privately asked that Kosovo not be given formal independence, but instead continue its informal autonomy, which was the same thing in practical terms. Russia’s requests were ignored.
From the Ukrainian experience, the Russians became convinced that the United States was engaged in a plan of strategic encirclement and strangulation of Russia. From the Kosovo experience, they concluded that the United States and Europe were not prepared to consider Russian wishes even in fairly minor affairs. That was the breaking point. If Russian desires could not be accommodated even in a minor matter like this, then clearly Russia and the West were in conflict. For the Russians, as we said, the question was how to respond. Having declined to respond in Kosovo, the Russians decided to respond where they had all the cards: in South Ossetia.
Moscow had two motives, the lesser of which was as a tit-for-tat over Kosovo. If Kosovo could be declared independent under Western sponsorship, then South Ossetia and Abkhazia, the two breakaway regions of Georgia, could be declared independent under Russian sponsorship. Any objections from the United States and Europe would simply confirm their hypocrisy. This was important for internal Russian political reasons, but the second motive was far more important.
Russian Prime Minister Vladimir Putin once said that the fall of the Soviet Union was a geopolitical disaster. This didn’t mean that he wanted to retain the Soviet state; rather, it meant that the disintegration of the Soviet Union had created a situation in which Russian national security was threatened by Western interests. As an example, consider that during the Cold War, St. Petersburg was about 1,200 miles away from a NATO country. Today it is about 60 miles away from Estonia, a NATO member. The disintegration of the Soviet Union had left Russia surrounded by a group of countries hostile to Russian interests in various degrees and heavily influenced by the United States, Europe and, in some cases, China.
Resurrecting the Russian Sphere
Putin did not want to re-establish the Soviet Union, but he did want to re-establish the Russian sphere of influence in the former Soviet Union region. To accomplish that, he had to do two things. First, he had to re-establish the credibility of the Russian army as a fighting force, at least in the context of its region. Second, he had to establish that Western guarantees, including NATO membership, meant nothing in the face of Russian power. He did not want to confront NATO directly, but he did want to confront and defeat a power that was closely aligned with the United States, had U.S. support, aid and advisers and was widely seen as being under American protection. Georgia was the perfect choice.
By invading Georgia as Russia did (competently if not brilliantly), Putin re-established the credibility of the Russian army. But far more importantly, by doing this Putin revealed an open secret: While the United States is tied down in the Middle East, American guarantees have no value. This lesson is not for American consumption. It is something that, from the Russian point of view, the Ukrainians, the Balts and the Central Asians need to digest. Indeed, it is a lesson Putin wants to transmit to Poland and the Czech Republic as well. The United States wants to place ballistic missile defense installations in those countries, and the Russians want them to understand that allowing this to happen increases their risk, not their security.
The Russians knew the United States would denounce their attack. This actually plays into Russian hands. The more vocal senior leaders are, the greater the contrast with their inaction, and the Russians wanted to drive home the idea that American guarantees are empty talk.
The Russians also know something else that is of vital importance: For the United States, the Middle East is far more important than the Caucasus, and Iran is particularly important. The United States wants the Russians to participate in sanctions against Iran. Even more importantly, they do not want the Russians to sell weapons to Iran, particularly the highly effective S-300 air defense system. Georgia is a marginal issue to the United States; Iran is a central issue. The Russians are in a position to pose serious problems for the United States not only in Iran, but also with weapons sales to other countries, like Syria.
Therefore, the United States has a problem — it either must reorient its strategy away from the Middle East and toward the Caucasus, or it has to seriously limit its response to Georgia to avoid a Russian counter in Iran. Even if the United States had an appetite for another war in Georgia at this time, it would have to calculate the Russian response in Iran — and possibly in Afghanistan (even though Moscow’s interests there are currently aligned with those of Washington).
In other words, the Russians have backed the Americans into a corner. The Europeans, who for the most part lack expeditionary militaries and are dependent upon Russian energy exports, have even fewer options. If nothing else happens, the Russians will have demonstrated that they have resumed their role as a regional power. Russia is not a global power by any means, but a significant regional power with lots of nuclear weapons and an economy that isn’t all too shabby at the moment. It has also compelled every state on the Russian periphery to re-evaluate its position relative to Moscow. As for Georgia, the Russians appear ready to demand the resignation of President Mikhail Saakashvili. Militarily, that is their option. That is all they wanted to demonstrate, and they have demonstrated it.
The war in Georgia, therefore, is Russia’s public return to great power status. This is not something that just happened — it has been unfolding ever since Putin took power, and with growing intensity in the past five years. Part of it has to do with the increase of Russian power, but a great deal of it has to do with the fact that the Middle Eastern wars have left the United States off-balance and short on resources. As we have written, this conflict created a window of opportunity. The Russian goal is to use that window to assert a new reality throughout the region while the Americans are tied down elsewhere and dependent on the Russians. The war was far from a surprise; it has been building for months. But the geopolitical foundations of the war have been building since 1992. Russia has been an empire for centuries. The last 15 years or so were not the new reality, but simply an aberration that would be rectified. And now it is being rectified.

Συνεργάτες